Είναι δυνατόν για ένα γκολ που δέχτηκες, να σε χλευάζουν και να σε κοροϊδεύουν όλοι γύρω σου για 50 χρόνια;

Είναι δυνατόν μια μητέρα δείχνοντας εσένα, να λέει στο παιδί της, πως έκανες, 20 χρόνια πριν, ολόκληρη την Βραζιλία να κλαίει;

Είναι δυνατόν να σε τιμωρούν 50 χρόνια για ένα έγκλημα που δεν έκανες ποτέ, όταν η ανώτερη ποινή για έγκλημα είναι τα 30 χρόνια;

Αν σε λένε Μοασίρ Μπαρμπόσα, έπαιζες τερματοφύλακας χωρίς να φοράς γάντια, και θεωρούν πως στέρησες το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο από την χώρα σου, την Βραζιλία, τότε ναι, όλα τα παραπάνω είναι πιθανά.

Ας γνωρίσουμε λοιπόν την ιστορία του Μοασίρ, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, στο οποίο λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχαν μόνο 13 εθνικές ομάδες!

Στην Βραζιλία το αποκαλούν «η τραγωδία του Μαρακανά»!

   1950 – Στάδιο Mαρακανά, Ρίο ντε Τζανέϊρο, το μεγάλο λιμάνι της Βραζιλίας.

Τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου: Βραζιλία – Ουρουγουάη

Το μεγαλύτερο στάδιο στον κόσμο είναι κατάμεστο με 200.000 Βραζιλιάνους.
Η Βραζιλία είναι η διοργανώτρια του Μουντιάλ,με την «Σελεσάο» να κάνει μία εξαιρετική πορεία μέχρι τον τελικό και ο κόσμος της να είναι σίγουρος για την κατάκτηση του τροπαίου. Κατά την διάρκεια του τουρνουά υπέταξε με 7-1 την Σουηδία και με 6-1 την Ισπανία, ενώ    ακόμα και η ισοπαλία ήταν αρκετή για να αναδείξει παγκόσμια πρωταθλήτρια την Βραζιλία, καθώς το «φορμάτ» της διοργάνωσης ήταν τέτοιο.

Επινίκιοι λόγοι, παρελάσεις και πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του τροπαίου, πριν καν ξεκινήσει ο αγώνας. Ο κόσμος είναι εκεί και το εναρκτήριο σφύριγμα του διαιτητή ακούγεται.
Την 16η Ιουλίου του 1950, το πανδαιμόνιο που δημιούργησε το μεγαλύτερο κοινό που παρακολούθησε ποτέ ποδοσφαιρικό αγώνα αποτελούμενο από 203.849 θεατές (ούτε 100 άτομα δεν ήταν Ουρουγουανοί) έδινε ώθηση στους Βραζιλιάνους και ταυτόχρονα «έκοβε» τα πόδια των Ουρουγουανών. Tο πρώτο ημίχρονο θα λήξει με το 0 – 0. Μόλις στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου οι Βραζιλιάνοι θα προηγηθούν. Ο Φριάσα, εκμεταλλευόμενος ασίστ του Αντεμίρ, κάρφωσε τη μπάλα στην εστία του Μάσπολι και το «Μαρακανά» ξεκίνησε να πανηγυρίζει.

Στο 66′ ο Αλσίντες Γκίγκια θα «πάρει» όλη την πλευρά, θα σεντράρει, και ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο θα κάνει το 1-1.


Δεκατρία λεπτά αργότερα, ο δημιουργός θα γίνει σκόρερ και η ζωή του Μοασίρ Μπαρμπόσα θα αλλάξει δραματικά. Ο Γκίγκια αυτήν την φορά δεν θα σεντράρει, ο Μοασίρ έχει όμως κάνει ένα μικρό βηματάκι δεξιά θεωρώντας πως θα ξανακάνει σέντρα ο Ουρουγουανός, ο οποίος τελικά θα σουτάρει, και ο Μπαρμπόσα θα δεχτεί ένα «φτηνό» γκολ στην «κλειστή» του γωνία, με το 1-2 να φέρνει και την απόλυτη σιγή στο ιστορικό στάδιο της Βραζιλίας!

Το πλήθος απογοητευμένο φορτώνει τις ευθύνες στους μαύρους παίκτες της Βραζιλίας, δηλαδή στον κεντρικό χαφ, Μπιγκόντε, στον αριστερό μπακ, Γιουβενάλ, και φυσικά τα μεγαλύτερα μερίδιο ευθύνης, πέφτει επάνω στον Μοασίρ Μπαρμπόσα.

Από τότε και έπειτα όλα θα είναι διαφορετικά. Τι και αν ο Μοασίρ αναδείχθηκε ο καλύτερος τερματοφύλακας του τουρνουά, μετά από ψήφο των δημοσιογράφων, η καριέρα του είχε γκρεμιστεί σε μία στιγμή.

Η «πόρτα» της εθνικής του ομάδας έκλεισε για τον Μοασίρ. Κατέγραψε μόλις μία ακόμη συμμετοχή, ενώ το 1993 θέλησε να επισκεφθεί το προπονητικό κέντρο της «Σελεσάο», όμως η είσοδος του απαγορεύτηκε καθώς θεωρήθηκε πως θα φέρει κακή τύχη στην ομάδα.

Το δράμα του όμως δεν τελειώνει εδώ!

«Η μέγιστη τιμωρία για ένα έγκλημα στην Βραζιλία είναι 30 χρόνια, εγώ τιμωρούμαι 50 χρόνια για κάτι που δεν έκανε ποτέ», με αυτά τα λόγια σχολίασε τα όσα ήρθαν στην ζωή του μετά από εκείνο το παιχνίδι ο Μοασίρ, ενώ λίγο καιρό πριν τον θάνατό του αναφέρθηκε σε εκείνο το παιχνίδι και ξεκαθάρισε πως «δεν είμαι ένοχος, η ομάδα μας είχε 11 παίκτες».

Η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, και κατέληξε να είναι εργάτης στο «Μαρακανά». Εκεί, ένα βράδυ κάλεσε μερικούς συμπαίκτες του από την ομάδα του 1950, για μπάρμπεκιου, εντός του γηπέδου. Ο καπνός όμως δεν ήταν ο συνηθισμένος, με αποτέλεσμα οι τότε συμπαίκτες του να αναρωτηθούν τι είναι αυτό που ψήνει. Ο Μοασίρ είχε βάλει στην φωτιά τα δοκάρια της εστίας που δέχθηκε τα δύο γκολ στον τελικό απέναντι στην Ουρουγουάη, θέλοντας έτσι να σκοτώσει  τους «δαίμονές» του, μάταια όμως…

Όταν η Βραζιλία έφτασε στην κορυφή του Μουντιάλ το 1970 με τον Πελέ και την παρέα του, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας ψώνιζε σε ένα σούπερμάρκετ, τότε άκουσε μία κυρία να λέει στον γιο της δείχνωντας τον Μοασίρ, «γιε μου, αυτός είναι που έκανε ολόκληρη την Βραζιλία να κλαίει».

Ο Μοασίρ πέθανε στις 7 Απριλίου 2000, φτωχός και παραγκωνισμένος από την κοινωνία, και όλα αυτά χάρη σε μία άτυχη στιγμή του, ενώ παράλληλα έγινε ο μοναδικός φταίχτης σε ένα σύνολο 11 παικτών…